Μια προδημοσίευση από το βιβλίο μου με ιστορικά ντοκουμέντα και τίτλο: ΄΄Με Ψυχή και Πόδια Βαριά΄΄


Η συγγραφή του βιβλίου είναι σε εξέλιξη.
Περιλαμβάνει προσωπικά ημερολόγια, ηχογραφημένες μαρτυρίες και επιλεγμένη αλληλογραφία, προσώπων που έζησαν, έδρασαν και επέδρασαν στα γεγονότα, από τον μεσοπόλεμο εως και το 1974.
Είναι ένα μικρό τμήμα του υλικού που μου εμπιστεύθηκε, η αείμνηστη Χρυσιήδα Καλλάρη, προκειμένου  να το δημοσιοποιήσω.

Στις σελίδες αυτών των ντοκουμέντων-μαρτυριών ΄΄συνάντησα΄΄ γνωστούς και άγνωστους έλληνες που δραστηριοποιήθηκαν και αφιέρωσαν τη ζωή τους στην ανάγκη:  η Ελλάδα να συγκροτηθεί σε ένα σοβαρό δημοκρατικό κράτος με συνέχεια και σεβασμό στη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.



Το υλικό το συνθέτουν: αφίσσες από την εποχή της αντίστασης, φιλοτεχνημένες από τη Βάσω Κατράκη, τον Τάσσο και πολλούς άλλους, ιδιόχειρα σημειώματα και καρτούλες του Βασίλη Ρώτα από τις εξορίες, λογοκριμένα δελτάρια από τις φυλακές, αποφάσεις στρατιωτικών δικαστηρίων για καταδίκες σε θάνατο, προφορικές μαρτυρίες για τη συμμετοχή των Ελλήνων στις εκδηλώσεις κατά των Γερμανών και φυσικά ημερολόγια γραμμένα σε πραγματικό χρόνο, μέσα από τα κελιά των φυλακών Αβέρωφ και τους τόπους εξορίας.

Η Χρυσιήδα Καλλάρη από το 1983 μέχρι και την ημέρα που έφυγε από τη ζωή, ηχογράφησε και διέσωσε τις μαρτυρίες συναγωνιστών της όπως της Ολυμπίας Παπαδούκα, της Αριάδνης Χριστοπούλου, της Ντίνας Κατοπόδη (Τζαβέλαινας) και πολλών άλλων.

Η ίδια, επηρεασμένη από τον Δημήτρη Γλυνό και τον πνευματικό κόσμο που  από την εποχή του μεσοπολέμου διεκδικούσε την αναβάθμιση των δικαιωμάτων του κάθε έλληνα, εντάχθηκε στην αριστερά και ήταν από τα πρώτα μέλη του ΕΑΜ Καλλιτεχνών.

Έδρασε την εποχή της κατοχής, συνελλήφθει και καταδικάστηκε δις εις θάνατο, την περίοδο του εμφυλίου πολέμου. 

Ήταν η μία από τις τέσσερις γυναίκες που υπέγραψαν και έβγαλαν με άθλο, από τις φυλακές Αβέρωφ, το υπόμνημα προς τον ΟΗΕ το 1952 και περιέγραφαν τις συνθήκες κράτησης τα βασανιστηρία και ζητούσαν να σταματήσουν οι πολιτικές εκτελέσεις.

Σήμερα προδημοσιεύω ένα μικρό απόσπασμα από το δικό της ημερολόγιο όπου περιγράφει τα όσα έζησε με την έναρξη των Δεκεμβριανών.
Εκείνη την εποχή ζούσε στην πολυκατοικία επί της οδού Χαριλάου Τρικούπη 51 στα Εξάρχεια, μαζί με τον σύντροφό της, γνωστό μεταφραστή και φίλο του Βάρναλη, Αντώνη Στρατηγόπουλου
.
Η Πολυκατοικία στη Χ. Τρικούπη 51 όπως είναι σήμερα
Τραυματίστηκε και τον έχασε κατά την υποχώρηση του ΕΑΜ. Δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ

Τα παιχνίδια της μοίρας θέλησαν , το Γενάρη του 1945 να επιστρέψει στην ίδια πολυκατοικία και εκεί να γνωρίσει μετά από χρόνια τον επόμενο και μόνιμο συντροφό της, τον  Σίμο Κατσίνη, επίσης αγωνιστή του ΕΑΜ, που κρυβόταν στο κλιμακοστάσιο.
.
Ο τίτλος που έδωσα στο βιβλίο ΄΄Με Ψυχή και Πόδια Βαριά΄΄είναι μια δική της φράση με την οποία περιγράφει τα συναιθήματα που ένιωθε ότιαν πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς την Αθήνα,
μόνη, κουρασμένη, τραυματισμένη και αβέβαιη για την υπόλοιπη  ζωή της.

Η φωτογραφία που διάλεξα για εξώφυλλο, απεικονίζει τη Χ.Καλλάρη το 1926, στο δωμάτιο της στο Ψυχικό, όταν ήταν ακόμη  μαθήτρια, στο Αρσάκειο
Η πολυκατοικία έχει ανακαινισθεί αλλά όπως διαπίστωσα όταν την επισκέφθηκα, διατηρεί όλους τους χώρους, όπως περιγράφονται στο ημερολόγιο.
Σήμερα φιλοξενεί το ΄΄Συμβουλευτικό Κέντρο Γυναικών-Πολύκεντρο.΄΄
                                                                                                                           Νατάσα Μποζίνη

Απόσπασμα από το βιβλίο: ΄΄Με Ψυχή και Πόδια Βαριά΄΄

ΓΡΑΦΕΙ Η ΧΡΥΣΙΗΔΑ ΚΑΛΛΑΡΗ

΄΄Έκπτωτος Άγγελος΄΄


Είδε την πόρτα να ανοίγει και ο πανικός την τύλιξε. Η καρδούλα της άρχισε να χτυπά με γοργό ρυθμό και ο κόμπος στον λαιμό έγινε κουβάρι που την έπνιξε. Ήθελε να ξεφωνίσει, να τρέξει… μα έμεινε παγωμένη στη θέση της μέχρι που ένα λευκό χέρι απλώθηκε και άδραξε τον μικρό καρπό της. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια και περίμενε…

Η Σοφία μεγάλωνε σε ένα περιβάλλον πλημμυρισμένο από τη λατρεία του πατέρα και των παππούδων της, μα την αγάπη από το άτομο που κάθε παιδί αποζητά δεν την εισέπραξε ποτέ.

Η απελπισμένη ανάγκη γι’ αυτή την αγάπη την έσπρωξε σε απεγνωσμένες και επικίνδυνες ενέργειες για την ίδια, φρικαλέες γι’ αυτούς που την λάτρευαν.

Μέχρι που ήρθε αντιμέτωπη με τον θάνατο, μα και με τον άνθρωπο που μια ζωή λαχταρούσε την αποδοχή στην καρδιά του. Και καταπρόσωπο με την Αλήθεια!
Υπάρχουν άραγε περιθώρια να ανατρέψει τα λάθη και να βαδίσει σε καινούργια μονοπάτια ευτυχίας;΄΄

Η πρώτη παρουσίαση έγινε στο βιβλιοπωλείο DESIGN,


Για το βιβλίο  μίλησε η συγγραφέας Μαρία Τζιρίτα.


Η δημοσιογράφος Νατάσα Μποζίνη διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο και μίλησε για την παιδική κακοποίηση αλλά και τον τρόπο που η Νικόλ Άννα Μανιάτη ερευνά και δημιουργεί τα βιβλία της.

Η Συνδικαλιστική μας ΄΄Βαβυλωνία΄΄ και ο ΕΔΟΕΑΠ


Νατάσα Μποζίνη
Υποψήφια για το Δ.Σ του ΕΔΟΕΑΠ 

Αγαπητοί συνάδελφοι
Αυτό ίσως να είναι το πλέον ΄΄ελλειπτικό΄΄  σημείωμα που έχω γράψει, από το 2004 μέχρι σήμερα,  σχετικά με τους λόγους που με ωθούν να συνεχίσω να ασχολούμαι με τα κοινά μας και να συμμετάσχω στις επικείμενες  εκλογές, για τον ΕΔΟΕΑΠ.

Επειδή τα γραπτά μένουν και η δική μου αδυναμία, να διατηρώ πρακτικά και κάθε πρόταση, μελέτη και έρευνα που έχω κάνει  για το ασφαλιστικό, το αγγελιόσημο, τα ΔΠΥ, τις αλλαγές των καταστατικών και των νόμων, μπορείτε να τα βρείτε αναρτημένα η να μου τα ζητήσετε αποφάσισα, σε αυτό το σημείωμα, να αναφερθώ  στη συνδικαλιστική οδύνη που προκαλεί σε πολλούς από εμάς, η αντανακλαστική αδυναμία ενός κλάδου να συνεννοηθεί, να διαμορφώσει και να  πετύχει διεκδικήσεις που εκκρεμούν χρόνια.


Ειδικά φέτος, τα αντικίνητρα μου ήταν τόσο ισχυρά ,που μέχρι και τελευταία στιγμή  προσπαθούσα να επιλέξω το είδος της οδύνης μεταξύ της συμμετοχής και της αποχής.
Επέλεξα αυτό της συμμετοχής, για μια μάχη όπου και οι σύμμαχοι μέχρι τώρα αποδείχθηκαν  διαιρεμένοι  και αδύναμοι να αντιμετωπίσουν, να εξηγήσουν, να απολογηθούν για όσα είδαμε και βλέπουμε να συμβαίνουν και να μας συμβαίνουν.

Η συνδικαλιστική Βαβυλωνία φέρει μεγάλη ευθύνη για το ότι ακόμη μιλάμε και δεν έχουμε ασφαλιστική κάλυψη στα ΜΜΕ του διαδικτύου , πέφτουμε στη μαύρη τρύπα αντιφατικών διατάξεων, κάνουμε τους ντέντεκτιβ για να λύσουμε το γρίφο της διαδοχικής ασφάλισης, παίζουμε στα ΄΄ζάρια΄΄ την επικούριση  και κρύβουμε στα ΄΄σεντούκια΄΄ τα ΔΠΥ , για να γλιτώσουμε από την Εφορία, τον ΟΑΕΕ και τη διαγραφή από τα δημοσιογραφικά ταμεία.

Η ζαρτιέρα από το σχέδιο Μάρσαλ και το τοπικό γουρουνοτσάρουχο

Θα σας πω μια ευτράπελη,  πραγματική ιστορία, που μου αφηγήθηκε σήμερα το  πρωί η φιλοξενούμενη της μητέρας μου.


Ο εμφύλιος στην Ελλάδα είναι στο φόρτε του.

 Ο Κουμμουνιστικός κίνδυνος απειλεί τους ουρανούς μας και οι Αμερικανοί ξαγρυπνούν αναζητώντας τρόπο να μη  ΄΄βραχούμε΄΄ από τους Κουμουνιστές.
Το σχέδιο Μάρσαλ μπαίνει σε εφαρμογή και χιλιάδες πακέτα ένδυσης, υπόδησης και  λοιπών (σε άλλη ανάρτηση τα λοιπά) φτάνουν σε διάφορες περιοχές της χώρας.
Κάθε κουτί και μια έκπληξη για τον παραλήπτη.

Στη δική μας ιστορία πρωταγωνιστεί το κουτί της μικρής  Α

Ζει σε ένα ορεινό χωριό της Μακεδονίας , δουλεύει στα χωράφια, ντύνεται με υφαντά και ονειρεύεται ένα δικό της ζευγάρι από γουρουνοτσάρουχα, αφού τα παπούτσια είναι ένα είδος που δεν ευδοκιμεί στον τόπο  και στα οικονομικά της οικογένειας.
Το κουτί της Αμερικανικής βοήθειας ήρθε μέσω της πρόνοιας.
Το άνοιξε με ενθουσιασμό και ειδική τελετουργία.
Η πρώτη εντύπωση που της άφησε το σακάκι του κουτιού ήταν …γυαλιστερή.
Το στόλιζαν πολλά  χρυσά κουμπιά και σιρίτια. Το φόρεσε ενθουσιασμένη και για μέρες ήταν πολύ περήφανη. Μέχρι τη στιγμή που κάποιος μορφωμένος συγχωριανός της είπε ότι ήταν σακάκι… στρατηγού.

Από εκείνη τη στιγμή και μετά η Α άλλαξε όνομα και από Α οι χωριανοί τη φώναζαν ΄΄Στρατηγό΄΄
Το κουτί όμως ΄΄φιλοξενούσε΄΄ και ένα αντικείμενο αγνώστου ταυτότητος.
Ήταν κάτι σα  νάιλον κάλτσες αλλά χωρίς λάστιχο, καλτσοδέτα κλπ. Είχε μόνο κλιπσάκια.
Μετά από σύσκεψη, οι γυναίκες του χωριού κατέληξαν ότι είναι έξυπνο γυναικείο εσώρουχο  .
Ότι και να έκαναν όμως  το ΄΄εσώρουχο΄΄ δεν κάλυπτε τα επίμαχα
Πέρασε καιρός μέχρι να μάθουν ότι πράγματι ήταν κάλτσες αλλά …ζαρτιέρας.

Το ΄΄Μάρσαλ΄΄ δεν έστειλε τη ζαρτιέρα για να σετάρει τη βοήθεια
.
Εκείνες τις ημέρες ο παππούς της μικρής Α της έκανε επιτέλους δώρο τα ποθητά γουρονοτσάρουχα και μια συμβουλή χρήσης.
Όταν πήγαινε στο χωράφι φορώντας τις κάλτσες δεμένες με κορδέλες , τα γουρουνοτσάρουχα και το σακάκι στρατηγού έπρεπε να έχει το νου της στα πεινασμένα σκυλιά για να μη της φάνε τα παπούτσια.

΄΄Θα σκάψεις μια γούβα και θα τα θάψεις καλά. Βάλε και μια πέτρα από πάνω΄΄

Η Α έσκαψε τη γούβα, έβαλε μέσα τα τσαρούχια και δίπλα άφησε τις κάλτσες και τη στολή.
Μάταια. Λίγες ώρες μετά, στη γούβα υπήρχε μόνο το ένα γουρουνοτσαρουχάκι, το άλλο  το χώνευε ένας γκέκας.
Παρά τα κλάματα ο παππούς ουδέποτε της έφτιαξε δεύτερο.
Εκείνο το ένα τσαρούχι έμεινε 25 χρόνια κρεμασμένο στον τοίχο. Όσα δηλαδή ήταν και τα χρόνια φυλάκισης και εξορίας του πατέρα της που ως απλός βοσκός δεν ήξερε γραφή, ανάγνωση και Μαρξ.

Ευτυχώς όμως, κάπου στις εξορίες, γνώρισε τον Μίκη Θεοδωράκη που του έμαθε απ όλα.

Όταν η Α κλήθηκε στην αστυνομία και την είπαν κουμμουνίστρια ρώτησε τι είναι αυτό, το έμαθε καλά.
Το χωριό σταμάτησε να τη φωνάζει ΄΄Στρατηγό΄΄ ήταν το παιδί του επικίνδυνου αριστερού και έπρεπε να φύγει από τον τόπο.
Πενήντα χρόνια μετά γύρισε να θάψει το ένα και μόνο γουρουνοτσάρουχο που απέμεινε από το πλιάτσικο μιας ζωής και μιας μηδαμινής καταπατημένης , από το δημόσιο και φίλους, περιουσίας.